Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Υποπυραγός Γιάννης Λεμονίδης. Είκοσι (20) χρόνια φως στον δρόμο μας.

                   

20 Χρόνια φως στον δρόμο μας. 

Κάθισα πολλές ημέρες, πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη.  Σε μια λευκή οθόνη που περίμενε κι αυτή να έρθει η στιγμή να ξεκινήσω να γράφω.  Ήθελα να ξεκινήσω με τον τίτλο. Έναν τίτλο που να περιγράφει αυτό που σκέφτομαι και αισθάνομαι εδώ και είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια ακριβώς. Σαν σήμερα. 20 Μαΐου 1996...
Οι σκέψεις μου όμως δεν μπορούν να κρατηθούν εκεί. Πάνε λίγα χρόνια πιο πίσω. Εκεί που ξεκινάει η δική μου ζωή με την στολή του Πυροσβέστη. Είναι μόνο η στολή άραγε; Νιώθουν το ίδιο με εμένα όλοι όσοι απλά φοράνε αυτή τη στολή; 

28 Φεβρουαρίου 1991.
Πρώτο βήμα μέσα στην αυλή του παραρτήματος της Πυροσβεστικής Σχολής στην Αγία Τριάδα Θεσσαλονίκης. Μόλις είχα κλείσει τα 21. Άγνωστοι άνθρωποι, άγνωστο περιβάλλον. Το πρώτο καλωσόρισμα σε ένα παράξενο κόσμο. 

1 Μαρτίου 1991
Οι πρώτες γνωριμίες, οι πρώτες φιλίες, οι πρώτες επαφές με αυτό που ονομάζουμε εμείς ‘’Πυροσβεστική οικογένεια΄΄. Δύσκολα έβγαινε από το στόμα μας η κατ’ εντολή της διοίκησης κλήση  του διπλανού μας δόκιμου με τον όρο ‘’κύριε συνάδελφε’’.  Δεν γνωρίζαμε ακόμη τι σημαίνει σε αυτή την παράξενη οικογένεια που χρησιμοποιεί παράξενες λέξεις το δεύτερο συνθετικό του όρου ‘’συν-άδελφος΄΄. Το πρωί της δεύτερης ημέρας, φορώντας ακόμη πολιτικά, τραβάει την προσοχή μου μια μεγάλη παρέα δοκίμων γύρω από κάποιον που φορούσε κι αυτός πολιτικά εκείνη την ημέρα. Πλησίασα πιο κοντά και είδα έναν χαμογελαστό άνθρωπο λίγο μεγαλύτερο από εμένα, που μιλούσε στους νέους δόκιμους Πυροσβέστες με ένα τρόπο που τους καθήλωνε. Η φωνή του δυνατή, σίγουρη, ευγενική, χαρακτηριστική, Ο τρόπος του φιλικός, οικείος σε βαθμό που έδινε την εντύπωση πως μιλούσε σε παλιούς γνωστούς του ή καλύτερα σε μέλη της οικογένειάς του.  Κάποιους από εμάς  τους καλούσε ήδη με το μικρό τους όνομα. Τον άκουσα να μιλάει με ενθουσιασμό  για την ζωή του Πυροσβέστη. Έλεγε πως είμαστε πολύ τυχεροί που  βρισκόμασταν εκείνη την χρονική στιγμή στο συγκεκριμένο τόπο με την ιδιότητα που μόλις αποκτήσαμε. Δεν μιλούσε για οικονομικά, μισθούς και  ασφαλιστικά. Ούτε για ρεπό, άδειες και σαγιονάρες. Αυτό που μας περιέγραφε ήταν ο πλούτος των συναισθημάτων μέσα από το άρωμα του καπνού. Ήταν χαρούμενος και  ευτυχισμένος που ήταν Πυροσβέστης. Ήθελε να το μεταδώσει. Ήθελε να κάνει και τους άλλους χαρούμενους όπως ήταν αυτός. Το πρόσωπο του φώτιζε, η κάθε του κουβέντα, συνοδευόταν από ένα χαμόγελο του που ήταν αληθινό. Ήταν τεράστιο.  Το μοιραζόταν μαζί μας.
Ο άνθρωπος αυτός τις επόμενες στιγμές έμαθα πως ονομάζεται Γιάννης Λεμονίδης. Ήταν Αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος  και ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Έμαθα πως θα ήταν εκπαιδευτής μας. Είχε ένα τεράστιο σώμα, μα ακόμη πιο τεράστια φάνταζε η ψυχή του. Την έβγαζε προς τα έξω. Σαν να ήθελε να την μοιραστεί μαζί μας.
Η πρώτη μου απογοήτευση ήρθε όταν έμαθα πως ο ‘’Γιάννης΄΄ όπως τον φώναζαν όλοι, θα ήταν διμοιρίτης στην 7η διμοιρία ενώ εγώ ήμουν στην 1η.  Η πρώτη μου χαρά, όταν με δέχτηκε χαρούμενος μαζί με τον Σίμο Αποστόλου, επίσης της 1ης, στην διμοιρία ασκήσεων που ετοίμαζε με τους ΄΄δικούς του΄΄ της 7ης.
Όσο περνούσαν οι ημέρες, τόσο πιο πολύ ένιωθα να αλλάζω μέσα μου. Κοντά του άρχισα να χάνω το παιδί μέσα μου και να βρίσκω τον Πυροσβέστη που ήταν έτοιμος για την πιο μεγάλη μάχη. Δίπλα του ένιωθα πίστη. Πίστη στον Θεό, πίστη στον εκπαιδευτή μα το κυριότερο πίστη στον εαυτό μου. Αυτό έκανε ο Γιάννης. Μετέδιδε, ενέπνεε, μοιραζόταν. Μας έκανε να καταλάβουμε τι σημαίνει ομάδα. Μας έκανε χαρούμενους που γινόμασταν Πυροσβέστες. Συνάδελφοι, οικογένεια. Είχαμε βρει τον μεγάλο μας Πυροσβεστικό αδερφό. Αυτόν που μας οδηγούσε, που φώτιζε τον δρόμο μας. Ανυπομονούσαμε να νιώσουμε κι εμείς όλα όσα μας περιέγραφε.

Είχα την μεγάλη χαρά να υπηρετήσω μαζί του μετά την σχολή, στον Β’ (τότε) Πυροσβεστικό Σταθμό Θεσσαλονίκης. Όχι στην ίδια βάρδια. Βρισκόμασταν όμως στα συμβάντα. Ο Γιάννης Λεμονίδης βρισκόταν πάντα στα μεγάλα συμβάντα, εκεί. Το ζούσε, το αγαπούσε, ήταν Πυροσβέστης. Δεν ήθελε να χάσει κάποια στιγμή από τα συμβάντα. Δεν ήθελε να λείπει από την χαρά της προσφοράς. Θα στενοχωριόταν αν μιλούσαν οι άλλοι για ένα συμβάν και αυτός δεν ήταν εκεί. Θυμάμαι σαν να ήταν χθες την ημέρα που πίναμε καφέ στο σπίτι του και είδαμε στην τηλεόραση μεγάλη δασική φωτιά τον Οκτώβριο του 1991 στην περιοχή των Βρασνών. Αδειούχοι και οι δύο. Δεν πέρασε το λεπτό πριν βγει από το σαλόνι και ξαναμπεί ντυμένος και εξοπλισμένος με το κράνος και την ζώνη στο χέρι . Με ρώτησε μόνο, πόση ώρα θέλουμε να φτάσουμε. 

Πρωταθλητής της άρσης βαρών, με γνήσιο και αγνό αθλητικό πνεύμα, δημιούργησε το πρώτο γυμναστήριο στον Σταθμό με ότι βρήκε. Βάρη με τσιμέντα, μπάρες, σχοινιά, ιδιοκατασκευές για πάγκους. Εμψύχωνε, ξεσήκωνε, ενέπνεε, οδηγούσε  προς τον δικό του δρόμο.

Λάτρης και εμπνευστής των εκπαιδεύσεων που αφορούσαν διασώσεις, κατασβέσεις αστικών και δασικών πυρκαγιών, συγγραφέας βιβλίων εκπαίδευσης και οραματιστής της 2ης ΕΜΑΚ.  
Εμπνευστής της ομάδας υποβρυχίων διασώσεων του Πυροσβεστικού Σώματος και μέλος της 1ης εκπαιδευτικής σειράς αυτοδυτών. Έρευνα, διάβασμα, αναφορές, αιτήματα, παρουσιάσεις, εκπαιδεύσεις, συμβάντα.

Αυτή ήταν η Πυροσβεστική ζωή του Γιάννη. Του οικογενειάρχη Γιάννη που λάτρευε την οικογένειά του. Η εικόνα του ατρόμητου  Πυροσβέστη με τον μικρό του γιο στο χέρι και την μικρή του κόρη στο καρότσι, ήταν γνωστή στην γειτονιά της Επταλόφου. Τον έβλεπα κάθε απόγευμα να περνάει έξω από τα ανοιχτό στου ΄΄Φιλίππου΄΄.  Στο σπίτι του υπήρχαν παντού φωτογραφίες, μετάλλια, βραβεία, τιμητικές πλακέτες. Αγαπούσε τις φωτογραφίες, σαν να ήθελε να φυλακίσει τις στιγμές. Ήταν χαρούμενος και υπερήφανος όταν μου τις έδειχνε  μαζί με την γυναίκα του που έλαμπε από υπερηφάνεια για τον άνθρωπο που είχε δίπλα της. Στιγμές από την οικογενειακή του ζωή, την αθλητική, την Πυροσβεστική. Είχε ένα απίστευτο αρχείο από έγγραφα, βραβεία, διπλώματα, πτυχία, μετάλλια, και ήθελε να μοιραστεί την ιστορία του από το κάθε ένα ξεχωριστά.

Ένας άνθρωπος, Πυροσβέστης, οικογενειάρχης, αθλητής, αλτρουιστής, ένας άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη, δύναμη σωματική και ψυχική. Ένας άνθρωπος πιστός στις ιδέες του. Πιστός στις αρχές του. 

20 Μαΐου 1996
Βρίσκομαι με άδεια από την σχολή Αρχιπυροσβεστών στην Αθήνα, στο σπίτι μου. Τυχαία ακούω το όνομά του στο δελτίο ειδήσεων…. Δεν ήθελα να το πιστέψω… Δεν το πίστεψα ποτέ.
Η φωτογραφία του υπάρχει πάντα δίπλα από το γραφείο μου, δεν πέρασε μέρα που να μην τον δω. Δεν πέρασε μέρα που να μην μιλήσω μαζί του. Η φωνή του, τα λόγια του, οι συμβουλές του, οι οδηγίες του, πάντα ακούγονται στις δύσκολες αλλά και στις χαρούμενες στιγμές.
Ο Γιάννης Λεμονίδης δεν έφυγε ποτέ από κοντά μας. Ο συνάδελφος, Αξιωματικός, εκπαιδευτής, αθλητής,  μαχητής, ζει και θα ζει για πάντα δίπλα μας. Μπροστά μας. Αυτή είναι η θέση του.

Γιάννη σκέφτομαι  πάντα όσα μου έχεις πει. Στο χρωστούσα.
Βούλα θαυμάζω την δύναμή σου.
Αστέρη, Μαρία, Γιάννη, συνεχίστε να μοιράζετε το χαμόγελό του.


Κώστας Αβραμίδης

























Η άσκηση που οργάνωσε και εκτέλεσε ο Γιάννης Λεμονίδης στην 59η Σειρά.(1991)