Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

19 χρόνια από τη μεγάλη φωτιά στο Σειχ-Σου



Η πυρκαγιά του 1997, είχε κατακάψει πάνω από το 50% της συνολικής έκτασης του Κέδρινου Λόφου. 

Το πρώτο τηλεφώνημα για την πυρκαγιά έγινε στην ΠυροσβεστικήΥπηρεσία στις 6 Ιουλίου, την ώρα πάνω-κάτω, κατά την οποία ξέσπασε και η εν εξελίξει πυρκαγιά, δηλαδή στις 15.35. Ο άνθρωπος που τηλεφώνησε ανέφερε "πυκνό καπνό στο δάσος του Σέιχ Σου". Στα 24ωρα που ακολούθησαν, η πυρκαγιά προκάλεσε μεγάλη οικολογική καταστροφή στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν τότε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. 



Την ώρα που ξέσπασε η φωτιά, το θερμόμετρο έδειχνε 39 βαθμούς Κελσίου, οι άνεμοι έπνεαν νοτιοδυτικοί, εντάσεως 5 μποφόρ και η Θεσσαλονίκη έμοιαζε με έρημη πόλη, καθώς μεγάλο μέρος των κατοίκων απουσίαζαν για καλοκαιρινές διακοπές. Λίγα λεπτά μετά το προειδοποιητικό τηλεφώνημα, στις 15.50, απογειώθηκε αεροπλάνο της Αερολέσχης Θεσσαλονίκης, που εντόπισε τέσσερις εστίες, ενώ μέχρι τις 16.00 το μέτωπο της φωτιάς εκτεινόταν ήδη σε μήκος 600-1000 μέτρων. 


Στις 17.00, η φωτιά έχει εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο, φτάνοντας σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από το γνωστό ξενοδοχείο «Φιλίππειον», ενώ μισή ώρα αργότερα κι ενώ οι φλόγες έφτασαν στο Ρετζίκι, τυλίγοντας τρία σπίτια κι ένα κατάστημα, συγκροτήθηκε συντονιστικό όργανο. Γύρω στις 7 το βράδυ, σημειώθηκε ηλεκτρικό μπλακ άουτ, καθώς η φωτιά έφτασε στον υποσταθμό της ΔΕΗ στο Σέιχ Σου. Το πρώτο πυροσεβστικό αεροπλάνο κατέφτασε στη Θεσσαλονίκη, μαζί με δυνάμεις πυροσβεστών από άλλους νομούς. 


Στους δρόμους επικρατεί μποτιλιάρισμα (καθώς είναι βράδυ Κυριακής και οι εκδρομείς του Σαββατοκύριακου επιστρέφουν από τις κοντινές παραλίες), ενώ η Τροχαία καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να κρατήσει ανοιχτούς τους δρόμους, ώστε να κινούνται τα πυροσβεστικά οχήματα. Τίθεται σε εφαρμογή το σχέδιο "Ξενοκράτης" και από το κέντρο της Θεσσαλονίκης ο κατακόκκινος ουρανός πάνω από την πόλη μοιάζει σαν να έχει αρπάξει φωτιά. 


Δευτέρα 7 Ιουλίου. Αν και τα ξημερώματα υπάρχουν ελπίδες ότι η φωτιά έχει αρχίσει να κοπάζει, λίγο αργότερα σημαίνει ξανά συναγερμός για αναζωπύρωση των εστιών στο "Φιλίππειον" και την περιοχή του Πανοράματος. Ολοι μιλούν για εμπρησμό, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία. Έχουν εκκενωθεί μια παιδική κατασκήνωση και το Ιδρυμα Κωφάλαλων Παιδιών, ενώ στις 3 το μεσημέρι οι κάτοικοι της περιοχή του Ελαιώνα συνιστάται να εκκενώσουν την περιοχή. Υπουργοί και στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανταλάσσουν δηλώσεις, ενώ η φωτιά αναζωπυρώνεται κάθε τόσο, αναλόγως της κατεύθυνσης των ανέμων. Τελικά, η φωτιά τίθεται υπό έλεγχο. Τα πουρνάρια, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια που υπήρχαν πριν, έχουν καλύψει και πάλι το 55% του περιαστικού δάσους που κάηκε, χωρίς το ίδιο να συμβεί με τα δενδρύλια που φυτεύτηκαν, πολλά από τα οποία δεν διατηρήθηκαν. Το 2010, άρχισαν οι περιπολίες για την περιφρούρηση του δάσους του Σέιχ Σου από στελέχη της Δημοτικής Αστυνομίας και εθελοντικές ομάδες, σε συνεργασία με την Πυροσβεστική.Οι φωνές και οι προειδοποιήσεις για την ανάγκη βελτίωσης της προστασίας του δάσους από νέα πυρκαγιά δεν σταμάτησαν ποτέ.


 Δείτε το συγκλονιστικό αφιέρωμα από τη φωτιά του '97:



http://www.meteo-news.gr/

Το Σέιχ Σου

Πυρκαγιές στο Σεϊχ-Σου
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του Σεϊχ-Σου είναι οι πυρκαγιές. Το Δάσος υπέστη μεγάλη καταστροφή το 1997 ότε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Μετρήσεις στα έτη 1999-2000 έδειξαν ότι 570 (10%) φυτά ανά εκτάριο αναγεννήθηκαν τεχνητά, ενώ 6379 (90%) φυτά με φυσικό τρόπο. Το Δάσος έχει χαρακτηριστεί αναδασωτέα έκταση (Απόφαση ΓΔ2193/9-10-73 Νομαρχίας Θεσσαλονίκης).
Η πυρκαγιά του 1997 ξέσπασε στη νότια πλευρά του Δάσους και λόγο των Νοτιάδων εξαπλώθηκε προς τον Βορρά. Ώρες αργότερα εμφανίστηκε ένα ψυχρό μέτωπο που άλλαξε τη κατεύθυνση της φωτιάς σε Δυτική, με αποτέλεσμα οι φλόγες να πλησιάσουν τα σπίτια του Πανοράματος.
 Ιστορία
Σεϊχ-Σου σημαίνει «Νερό του Σεΐχη» και προήλθε πιθανώς από αρχαία βρύση της περιοχής. Μαρτυρίες από τα Βυζαντινά έτη αναφέρουν την ύπαρξη πηγών, ποταμών και πυκνού δάσους από το οποίο προμηθεύονταν ξύλο οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το Δάσος ονομαζόταν «Κέδρινος Λόφος».
Γύρω στο 1500 μ.Χ. η Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαθιστά τον κεντρικό της Ταρσανά (ναυπηγείο) στη Θεσσαλονίκη. Το γεγονός βεβαιώνει την ύπαρξη άφθονης ξυλείας σε μικρή απόσταση για την κατασκευή πλοίων αλλά και δάσους στα όρια της πόλης. Την περίοδο αυτή αρχίζει το κόψιμο δέντρων και κάποιες περιοχές μετατρέπονται σε θαμνώδεις εκτάσεις και βοσκότοπους. Το 1908 ξεκίνησε έντονη προσπάθεια αναδάσωσης από τον Οθωμανικό Δήμο, η οποία συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς.
Έκτοτε η περιοχή υπέστη αλλοιώσεις λόγω υπερβόσκησης και εκχέρσωσης και έτσι μεγάλα τμήματά της είναι γεμάτα με πουρνάρια. Το πότε καταστράφηκε το Δάσος δεν είναι γνωστό. Το πιθανότερο είναι η καταστροφή να ήταν σταδιακή καθώς αύξανε ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης και η θέση του κοντά στην Πόλη προσέφερε φθηνή και εύκολη μεταφορά ξυλείας. Με τα έτη τα δέντρα εξαφανίστηκαν, το έδαφος παρασύρθηκε, δημιουργήθηκαν χείμαρροι και η βλάστηση περιορίστηκε σε φρύγανα.
Το 1929 ολοκληρώθηκαν οι πρώτες αναδασώσεις από το Δήμο Θεσσαλονίκης και το Δασολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με φύτευση κωνοφόρων (πεύκα και κυπαρίσσια). Η περιοχή τέθηκε υπό Ειδικό Νομικό Καθεστώς και απαγορεύτηκαν η βόσκηση και η υλοτομία. Από το 1934 οι αναδασώσεις συνεχίστηκαν με ταχύτερο ρυθμό και σταδιακά μέχρι το 1980 καλύφθηκε το μεγαλύτερο ποσοστό της έκτασης με κωνοφόρα. Σε διάστημα 60 χρόνων φυτεύτηκαν περίπου 5 εκατομμύρια δέντρα και έτσι δημιουργήθηκε το Τεχνητό Δάσος του Σεϊχ-Σου που αποτελούσε πηγή οξυγόνου για την Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς η πυρκαγιά του 1997 κατέκαψε τα 2/3 αυτού.
Οι αναδασώσεις μετά την πυρκαγιά δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τα δασικά είδη που επιλέχθηκαν για τη συγκρότηση του μελλοντικού δάσους δε μπόρεσαν να προσαρμοστούν και να επιβιώσουν. Την σκυτάλη των εξελίξεων στις καμένες εκτάσεις ανέλαβε η φύση με είδη που προϋπήρχαν όπως η τραχεία πεύκη, το κυπαρίσσι και το πουρνάρι.
 Η έκταση
Το Δάσος περικλείεται μεταξύ των οδών Νεαπόλεως-Ασβεστοχωρίου-Εξοχής-Χορτιάτη, Χαριλάου-Χορτιάτη, και των Β.Α. άκρων της πόλης της Θεσσαλονίκης.
Έχει συνολική έκταση 29.790 στρέμματα η οποία κρίθηκε αναδασωτέα με την Γ.Δ. 2193-10-1973 Απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης.
 Τοπίο
Το ανάγλυφο του Δάσους είναι ήπιο με υψόμετρα 50-450 m, ενώ οι κλίσεις είναι μέτριες και κατά τόπους έντονες. Όλα τα ρέματα που διέρχονται από την πόλη και τα προάστιά της πηγάζουν από το Δάσος, ενώ τα νερά τους παροχετεύονται στον Θερμαϊκό Κόλπο μέσω της Περιφερειακής Τάφρου και του Δενδροποτάμου.
Η όψη του Δάσους από τη Θεσσαλονίκη δίνει την εντύπωση περιοχής λοφώδους χωρίς ιδιαίτερες τοπογραφικές εξάρσεις με ομαλή κυματιστή διαμόρφωση. Κυρίαρχο στοιχείο είναι το πράσινο χρώμα της πεύκης που καλύπτει όλη την έκταση του Δάσους μετά τις εκτεταμένες αναδασώσεις. Στη Β.Α. μόνο πλευρά κυριαρχεί το χρώμα των πρινώνων εκεί όπου οι αναδασώσεις είναι πρόσφατες ή δεν έγιναν.
 Κλίμα
Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από αραιές βροχοπτώσεις, ισχυρούς ανέμους, μεγάλη ηλιοφάνεια και ξηρασία. Οι συνθήκες θερμοκρασίας θέτουν περιορισμούς στις δυνατότητες ανάπτυξης βλάστησης που δεν αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα και υψηλές το καλοκαίρι.
Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής είναι 488 mm, άρα ικανοποιητικό για την ανάπτυξη βλάστησης. Η κατανομή της βροχής όμως είναι ανομοιόμορφη κατά τη διάρκεια του έτους. Επίσης είναι ανομοιόμορφη η κατανομή της βροχής από έτος σε έτος. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το μικρό βάθος των εδαφών (μικρή υδατοχωρητικότητα) έχει ως αποτέλεσμα συνθήκες όχι ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάπτυξη ικανοποιητικής δενδρώδους βλάστησης.
 Δασολογία
Τα 23.500 στρέμματα αποτελούν τεχνητό δάσος πεύκης τραχείας–χαλεπίου και κουκουναριάς (στη συντριπτική πλειοψηφία τραχείας). Οι αναδασώσεις έχουν γίνει σε διαφορετικές χρονικές περιόδους κατά τμήματα. Η όψη του είναι μονότονη, ενώ έχουν δημιουργηθεί αντιπυρικές ζώνες πλάτους 15-30 m στα κράσπεδα των οποίων έχουν φυτευτεί κυπαρίσσια. Η μέχρι σήμερα διαχείριση είναι αραιώσεις και κλαδεύσεις σε μικρό βαθμό. Τα 3.500 στρέμματα αποτελούν μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις αειφύλλων-πλατυφύλλων.
Μετά την καταστροφή του 1997 υπήρξε σημαντική φυσική αναγέννηση των ειδών τραχείας πεύκης και κυπαρισσιού και οι αναδασώσεις με νέα είδη (δρυ, αριά, φράξο, κέδρο, κυπαρίσσι , κουκουναριά, κουτσουπιά, κά) οδήγησαν στην σημερινή ύπαρξη Δάσους που είναι κατά 55% ένα νεαρό και ευαίσθητο οικοσύστημα που πρέπει να προστατευθεί.
 Βλάστηση
Η υπάρχουσα βλάστηση του Δάσους κατηγοριοποιείται ως εξής:
  • Στα 23000 εκτάρια που έχουν αναδασωθεί από τη Δασική Υπηρεσία κατά 90% με τραχεία πεύκη και κατά 10% με κουκουναριά, κυπαρίσσι, πλατάνι και λεύκη. Σε αυτά η ποικιλία της βλάστησης είναι μικρή και καθώς είναι φυτεμένα σε πυκνό σύνδεσμο, η ανάπτυξη υποορόφου είναι αδύνατη.
  • Στην υπόλοιπη έκταση με φυσική βλάστηση στην οποία υπάρχει ποικιλία φυτών ολιγαρκών και ξηρανθεκτικών προσαρμοσμένων στις συνθήκες εδάφους-υγρασίας. Στην έκταση αυτή συναντάμε πουρνάρι σε θαμνώδη μορφή και άλλους θάμνους όπως λαδανιά, αγριοτριανταφυλλιά, αστοιβίδα, κά.
Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στη Τράπεζα Στοιχείων «Φιλότης» για την Ελληνική Φύση (http://www.itia.ntua.gr/filotis/), χαρακτηρίζει το Σεϊχ-Σου ως «Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους».
 Πανίδα
Οι καταγραφές της πανίδας του Σεϊχ-Σου με φωτογραφίες και γεωγραφικές συντεταγμένες, αποτυπώνουν πληθυσμούς από 23 είδη ερπετών και αμφιβίων, τουλάχιστον 4 είδη θηλαστικών και 10άδες είδη πτηνών, όλα προστατευόμενα είδη από την Σύμβαση της Βέρνης «για την διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης». 
Στο Δάσος συναντώνται θηλαστικά όπως λαγοί, τσακάλια, νυφίτσες, αλεπούδες, κουνάβια, μια σειρά από εντομοφάγα (σκαντζόχοιροι, κηπομιγαλή) και τρωκτικά (σκίουροι, αρουραίοι, δασοποντικοί, κά).
Υπολογίζεται ότι στο Σεϊχ-Σου συναντώνται πάνω από 80 είδη πτηνών μεταξύ των οποίων είναι ο φιδαετός, ο κούκος, το χελιδόνι, το ορτύκι, ο τσαλαπετεινός, η πετροπέρδικα, το αηδόνι, το αγριοπερίστερο, η κουκουβάγια, η κίσσα, η τσίχλα και η καρακάξα. Αξίζει να αναφερθεί ότι από τα 407 είδη που αριθμεί η ορνιθοπανίδα της Ελλάδας, το 23,3% συναντάται στο Σεϊχ-Σου, επιτρέποντας να θεωρείται η ορνιθοπανίδα του Δάσους αρκετά πλούσια.
Όσον αφορά στα αμφίβια και τα ερπετά, διάσημοι εκπρόσωποί τους είναι οι σαλαμάνδρες, οι λιμνοβάτραχοι, οι φρύνοι, οι μεσογειακές χελώνες και τα νερόφιδα. Στο Σεϊχ Σου συναντώνται και είδη σαύρας μεταξύ των οποίων και το σπάνιο είδος κροκοδειλάκι.
Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Βιοτόπων (ΕΚΒΥ, www.ekby.gr) και το Υπουργείο Γεωργίας το Δάσος αποτελεί «Καταφύγιο Άγριας ζωής» (κωδ. 108) βάση της απόφασης της Διεύθυνσης Δασών (Δ.Δ. 2099/6-7-98)

http://www.seixsou-forest.gr/